×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 1168

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

 

Οι περισσότερες γυναίκες που γνωρίζω είμαστε ζογκλέρ. Καταφέρνουμε μέσα σε ένα 24ωρο να χωρέσουμε 8-10 ώρες δουλειά, ντάντεμα, διάβασμα παιδιών, καθάρισμα, μαγείρεμα, φροντίδα σπιτιού, γιατρούς, εφορίες, τράπεζες, δημόσιες υπηρεσίες και η λίστα συνεχίζεται. Χωρίς καμία διάθεση θυματοποίησης και ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει και βοήθεια ή όχι, το γεγονός παραμένει ότι στην Ελλάδα τουλάχιστον, η κοινή αντίληψη που επικρατεί είναι «ότι το σπίτι το κρατάει η γυναίκα».

Όσο παράδοξο και αν φαίνεται, συμφωνώ εν μέρει τουλάχιστον με την παραπάνω απαρχαιωμένη αντίληψη. Φαίνεται ότι για κάποιους λόγους η θηλυκή παρουσία εξισορροπεί τις ενέργειες και συμβάλλει περισσότερο στην οικογενειακή ηρεμία. Το θέμα όμως είναι ότι στην εποχή μας αυτό δεν είναι αρκετό. Παλαιότερα, όταν ο άντρας εργαζόταν και έφερνε αποκλειστικά αυτός στο σπίτι τον άρτον τον επιούσιον, οι ρόλοι ήταν πιο ξεκάθαροι. Ούτε το ζευγάρι μπερδευόταν ούτε τα παιδιά. Σήμερα όμως ο ρόλος του πατέρα είναι πολυσήμαντος και απαιτεί περισσότερα από τις μηνιαίες αποδοχές του.

Τα σημερινά παιδιά έχουν ανάγκη, περισσότερο από ποτέ, τη συμμετοχή του πατέρα στη ζωή και τις δραστηριότητες τους, τις ανάγκες και τις σκέψεις τους. Ο πατέρας με την αρσενική ενέργεια που υλοποιεί, συμβολίζει την κοινωνική εικόνα και τη φυσική δύναμη, στοιχεία απαραίτητα για την ψυχική ισορροπία των παιδιών. Η έμφυτη τάση των αντρών να αλλάζουν τη ρουτίνα των παιδιών, να είναι πιο αυθόρμητοι, περισσότερο αστείοι και πιο πρόθυμοι να ακολουθήσουν τα παιδιά στο παιχνίδι είναι στοιχεία που συμβάλλουν στην ομαλή ανάπτυξη των παιδιών μας ισάξια με εμάς τις γυναίκες και τα αυστηρά μας προγράμματα.

Το μυστικό ίσως βρίσκεται στο ότι εμείς οι μαμάδες-σύντροφοι δεν έχουμε μέσα μας αναγνωρίσει την τεράστια αυτή συμβολή στην ανατροφή των παιδιών μας, και ακόμη περισσότερο, δεν ζητάμε από τους πατεράδες παραπάνω εμπλοκή. Με έντονη, από πολλές γενιές πίσω, την τάση να μοιάσουμε σε κάποια φιγούρα υπερήρωα ή αγίου, θεωρούμε ότι εμείς τα κάνουμε καλύτερα από εκείνους ή πως θα μας αρνηθούν ή πως δεν θα τα καταφέρουν.

Ομολογώ ότι τα παιδιά μου περνούν καλύτερα στα παιδικά πάρτι, όταν είναι μόνο με το μπαμπά τους, γιατί δεν έχουν ένα μονίμως ανήσυχο βλέμμα στην πλάτη τους. Περνούν καλύτερα στα ψώνια, όταν θα φάνε και μια έξτρα σοκολάτα. Τους περνά καμιά φορά πιο γρήγορα το χτύπημα με ένα αντρικό αστείο. Ο άντρας μου είναι εξίσου ικανός με εμένα, απλώς εντελώς διαφορετικός. Δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε ο ένας τον άλλο, μπορούμε μόνο να αλληλοσυμπληρωθούμε. Να μάθουμε από τα λάθη μας.

Η αλήθεια είναι ότι η συμμετοχή του πατέρα είναι το ίδιο απαραίτητη είτε δουλεύει η μητέρα είτε όχι. Ωστόσο, όταν δουλεύει η μητέρα, εκ των πραγμάτων υπάρχει περισσότερος χώρος για τον μπαμπά να ασχοληθεί με τα παιδιά. Υπάρχει η ανάγκη να μοιραστούν ευθύνες που αφορούν τις εξωσχολικές δραστηριότητες ή το διάβασμα, επομένως δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να βρεθεί το παιδί μόνο με τον πατέρα για κάποια ώρα. Τελικά αυτός μπορεί να γίνει και δημιουργικός χρόνος.

Από προσωπική εμπειρία γνωρίζω, έχοντας επιστρέψει πρόσφατα στη δουλειά στον ιδιωτικό τομέα, ότι στο μέλλον ο μπαμπάς των παιδιών μου θα κληθεί να διαδραματίσει πολύ μεγαλύτερο ρόλο. Ξέρω ότι δεν θα προλαβαίνω πάντα τις γιορτές της κόρης μου στο σχολείο ή τις καινούργιες λέξεις του γιου μου. Ξέρω ότι θα πρέπει να προσέχω ακόμη και τις πιο απλές υποσχέσεις (θα φτιάξουμε αύριο κέικ, θα πάμε παιδικό θέατρο, θα φτιάξουμε κατασκευή για τα Χριστούγεννα), γιατί μπορεί να μην είμαι σε φυσική κατάσταση να τις τηρήσω. Ξέρω ότι δεν μπορώ να τα προλάβω όλα. Νιώθω μεγάλη ευθύνη να μην τα απογοητεύσω, άθελά μου. Γνωρίζω όμως ότι μπορώ να βασιστώ στη βοήθεια του άντρα μου. Πως όταν εγώ δεν θα είμαι εκεί, θα είναι εκείνος. Θα πάρει εκείνος τους βαθμούς και θα τους αγοράσει μια φορά και ένα έτοιμο κέικ! Χρειάζεται μόνο να προγραμματίζουμε σωστά, να επικοινωνούμε με ευκολία, να συγχωρούμε πολύ και να θυμόμαστε ότι πάνω από όλα, κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε!

 

Υστερόγραφο:

Είμαι πολύ χαρούμενη που ξαναδουλεύω. Μου αρέσει πολύ, με γεμίζει, νιώθω ικανή και γεμάτη ενθουσιασμό. Συνειδητά επιλέγω να λείπω περισσότερες ώρες από το σπίτι και να είμαι καλύτερη μαμά από πριν τις ώρες που επιστρέφω. Δεν ξέρω για πόσο χρονικό διάστημα θα το καταφέρω. Μπορεί σε ένα χρόνο από τώρα, να σας γράφω ότι τα παράτησα και ασχολούμαι αποκλειστικά με τη φροντίδα της οικογένειας και του σπιτιού. Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα το δοκιμάσω! Το ζήτημα τελικά είναι να μην φοβόμαστε τις αλλαγές, γιατί η ίδια η ζωή είναι μια διαρκής αλλαγή. Ας καλωσορίζουμε και ας επιδιώκουμε τις αλλαγές, γιατί μας μαθαίνουν κάτι παραπάνω για τον ίδιο μας εαυτό. Εξάλλου στην πορεία της ζωής, αλλάζει το σώμα μας και ο τρόπος της σκέψης μας από την ίδια τη φύση. Έχουμε όμως την επιλογή να αφεθούμε με εμπιστοσύνη στις νέες ευκαιρίες και να εξελιχθούμε ή να αντισταθούμε σθεναρά, γαντζωμένοι στο παρελθόν. Αν επιλέξουμε το πρώτο, ακόμα και αν κάνουμε λάθος, τουλάχιστον θα δείξουμε στα παιδιά μας ότι είναι μια χαρά να κάνει κανείς και λάθη. Γιατί όποιος δεν κάνει λάθη , δεν κάνει απολύτως τίποτα. Αρκεί να μαθαίνουμε από αυτά και να γινόμαστε καλύτεροι. Πιο συμπονετικοί με τον εαυτό μας και τους άλλους. Και είναι ωραία να γιορτάζουμε τις επιτυχίες μας. Να μοιραζόμαστε καλά και άσχημα. Να ζούμε μαζί με τους άλλους, αλλά όχι για τους άλλους. Καλή Κυριακή σε όλες τις μαμάδες και τους μπαμπάδες!

Κ.Δ.

 

 

 

 

 

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

Πριν από δύο εβδομάδες παρακολούθησα μια ομιλία του διακεκριμένου Ψυχιάτρου Ματθαίου Γιωσαφάτ. Ο σπουδαίος αυτός επιστήμονας, με πολύχρονη εμπειρία στην παιδοψυχιατρική και την οικογενειακή θεραπεία, ανέφερε σε κάποιο σημείο της ομιλίας του, πως ενώ έχει δουλέψει σε πολλές χώρες του κόσμου και σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές, πιστεύει ακράδαντα ότι η ελληνική οικογένεια είναι η ... χειρότερη. Το πιο ενδιαφέρον δε ήταν πως όλοι όσοι παρακολουθούσαμε την ομιλία του, συγκατανεύσαμε σιωπηλά, δίχως ίχνος έκπληξης ή αμφισβήτησης.

Εκείνο το συγκεκριμένο Σάββατο, 1300 νοήμονες άνθρωποι αποδεχτήκαμε χωρίς ίχνος εξέγερσης την παραπάνω διαπίστωση, στενάζοντας μάλιστα με ανακούφιση για την πικρή αλήθεια που κάποιος ηλικιωμένος και απόλυτα επιτυχημένος άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει κανένα όφελος, τόλμησε να αναφέρει δημόσια.

Αλήθεια τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Νομίζω πως όλοι θα συμφωνήσουμε πως δεν αναφερόμαστε στους ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς των γιορτινών ημερών ούτε και στην οικονομική αυτονόητη βοήθεια που προσφέρει η ελληνική οικογένεια στα μέλη που βρίσκονται σε ανάγκη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ελληνική ευρύτερη οικογένεια συντηρεί το 1.200.000 ανέργους που σήμερα ζουν στη χώρα μας – διαφορετικά τα αποτελέσματα της κρίσης θα ήταν πολύ ισχυρότερα.

Ο χαρακτηρισμός αυτός αναφερόταν κυρίως στις βαθιές πεποιθήσεις- συμπεριφορές που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά, άκριτα και μάλλον ασυνείδητα. Η εκρηκτική πλειοψηφία των γονέων αναπαράγουμε τις συμπεριφορές των γονέων μας ή σπεύδουμε να υιοθετήσουμε τις ακριβώς αντίθετες (π.χ. ένας γονιός που ως παιδί είχε μεγαλώσει σε στερημένη οικονομικά οικογένεια, στερεί από τα παιδιά του υλικά αγαθά παρά το γεγονός ότι έχει την άνεση να τα προσφέρει ή τους αγοράζει ο,τιδήποτε προκειμένου να «ταΐσει» τη δική του ανάγκη). Αυτή η απλουστευμένη ερμηνεία, εάν την αναλύσουμε μπορεί να μας οδηγήσει σε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προσωπικές εξηγήσεις των διαφόρων συμπεριφορών ή απόψεων μας.

Όταν κάποιο ζευγάρι σήμερα φέρνει στον κόσμο ένα παιδί, το βασικό εφόδιο που έχει φεύγοντας με το μωρό από το μαιευτήριο για την ανατροφή του παιδιού είναι η «κασέτα» που έχει από τους δικούς του γονείς. Το «σωστό» ή το «λάθος» είναι λίγο – πολύ προαποφασισμένα. Αυτό οδηγεί στην ατέρμονη επανάληψη συμπεριφορών και νουθεσιών που συχνά, πολύ λίγη σχέση έχουν με τη σημερινή πραγματικότητα. Κλασσικό παράδειγμα για την παραπάνω διαπίστωση αποτελεί η επιμονή των γονέων τα παιδιά τους να αποκτήσουν  ένα κρατικό πανεπιστημιακό πτυχίο ή/και να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια. Ακόμα ένα κλασσικό παράδειγμα είναι ο έλεγχος που ασκούν οι γονείς μέσω της οικονομικής στήριξης στα ηλικίας 30+ παιδιά τους, η συχνή συγκατοίκηση με τις παραπάνω ηλικίες και η διαρκής παρεμβολή των γονέων στην προσωπική αλλά και επαγγελματική διαδρομή των παιδιών. 

Πώς όμως μπορεί να σταματήσει αυτή η διαιώνιση;

Η παραδοχή και η συνειδητή επιλογή είναι οι πιο ενδεδειγμένες λύσεις. Δεν είναι όλες οι συμπεριφορές των γονιών μας «παρωχημένες, αρνητικές ή επιζήμιες». Θα πρέπει όμως να αποστασιοποιηθούμε, να τις «δούμε» και να αποφασίσουμε τι θα κρατήσουμε και τι θα πετάξουμε στη διαπαιδαγώγηση των δικών μας παιδιών. Κάθε φορά που τιμωρούμε, επιβραβεύουμε, ωθούμε, κριτικάρουμε, στηρίζουμε ή καταδικάζουμε μια απόφαση του παιδιού μας χρειάζεται πρώτα να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Ποιος μιλάει τώρα; Εγώ ή και η φωνή της μαμάς ή του πατέρα μου;» Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι θεμελιώδης και έρχεται μόνο, αν δούμε τον εαυτό μας και το παιδί μας από μια ουδέτερη θέση, αυτή του «παρατηρητή». Μόνο βλέποντας τα πράγματα αποστασιοποιημένα, σα να συνέβαιναν σε κάποιον τρίτο, μπαίνουμε στη θέση να δούμε καθαρότερα τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στα σπίτια μας.

Ίσως είναι και η μόνη μας ελπίδα να μεγαλώσουμε κόρες, οι οποίες να μην αποζητούν την έγκριση της μαμάς ή του μπαμπά για την επιλογή ερωτικού συντρόφου ή καριέρας. Ίσως οι γιοι μας να γίνουν άντρες που θα είναι περισσότερο ειλικρινείς με τους εαυτούς τους και θα υπολογίζουν ουσιαστικά τις συντρόφους τους. Ίσως τα παιδιά μας να μην ακολουθούν πια τα δικά μας επαγγέλματα, επειδή εμείς τους τα επιβάλλουμε, έστω και ασυνείδητα. Ίσως βγούν στην κοινωνία και λίγο περισσότεροι ποιητές, συγγραφείς, ζωγράφοι, μουσικοί, φυσιοδίφες, εξερευνητές, ορειβάτες ή φωτογράφοι. Και αν ακόμη τίποτε από τα παραπάνω δεν γίνει… εμείς σαν γονείς θα ξέρουμε ότι τουλάχιστον δεν «ταπώσαμε» κάθε δημιουργική επιθυμία των παιδιών μας από δική μας ανασφάλεια ή φόβο. Θα έχουμε αλλάξει τη γονιδιακή μνήμη και θα έχουμε προσθέσει ένα μικρό λιθαράκι στην εξέλιξή μας. Το σημερινό μοντέλο έχει αποτύχει έτσι και αλλιώς. Η κοινωνία μας σήμερα έχει περισσότερο ανάγκη από ποτέ ενήλικες συνειδητούς, ικανούς να πάρουν την ευθύνη της δικής τους ζωής στα χέρια τους και να είναι πιο ανεξάρτητοι σε κάθε επίπεδο.

Γιατί να μην δοκιμάσουμε έστω κάτι καινούργιο;

Κ.Δ.

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

 

Μία από τις πρώτες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι γονείς με την οικονομική κρίση, είναι πώς να εξηγήσουν στα παιδιά τους την παρούσα πραγματικότητα. Ειδικότερα στα παιδιά μικρότερης ηλικίας, οι γονείς νιώθουν αμήχανα, προκειμένου να δικαιολογήσουν τους λόγους για τους οποίους δεν θα κάνουν πάρτι γενεθλίων με σαράντα παιδάκια στον παιδότοπο ή δεν θα πάνε διακοπές σε κάποιο νησί, ή δεν θα κάνουν πια εβδομαδιαίες «καταθέσεις» στο πλησιέστερο πολυκατάστημα παιχνιδιών. Πραγματικά, είναι πάρα πολύ δυσάρεστο έως και οδυνηρό, να σου ζητάει κάτι το παιδί σου και να μην είσαι σε θέση να το προσφέρεις. Ως μητέρα, μπορώ να ταυτιστώ απόλυτα με αυτό το συναίσθημα.

 

Θα ήθελα όμως να μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία που μου διηγήθηκε πρόσφατα ένας καινούργιος φίλος. Το περασμένο καλοκαίρι, ο φίλος μου βρέθηκε σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ινδία. Ένα μεσημέρι που έκανε βόλτα σε κάποιο τουριστικό σημείο της πόλης, συνάντησε ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που πουλούσε υφασμάτινες τσάντες. Ο φίλος μου αγόρασε την τσάντα της Αίσιε και την κέρασε ένα δροσερό χυμό από ένα πλανόδιο πωλητή. Η Αίσιε είχε πολύ μεγάλη περιέργεια να μάθει για τη χώρα μας, για τη δουλειά του φίλου μου, την Αθήνα και τον τρόπο που ζούμε. Αφού ικανοποίησε με τις πρόθυμες απαντήσεις του φίλου μου την παιδική της περιέργεια, του αφηγήθηκε και τη δική της ιστορία.

 

Η Αίσιε είναι το όγδοο από τα δώδεκα παιδιά μιας πολύ φτωχής οικογένειας, σε κάποια επαρχία της Ινδίας. Οι γονείς της μη μπορώντας να συντηρήσουν την πολυμελή οικογένεια, την υποσχέθηκαν σε ένα έμπορο υφασμάτων στην πόλη και πήραν 20.000 ρουπίες. Η Αίσιε δουλεύει για τον έμπορο κάθε μέρα από την αυγή έως τη δύση, με ένα μεσημεριανό διάλειμμα δύο ωρών για ξεκούραση. Κάθε εβδομάδα ο έμπορος σβήνει ένα ποσό από το χρέος της και της δίνει και 2 ρουπίες για την εργασία της. Η μικρή είπε πως ο έμπορος είναι σχετικά καλός, την αφήνει να παίζει με τα παιδιά του και πως το μόνο που τη στενοχωρεί είναι ότι δεν πηγαίνει σχολείο. Τα πολύ καλά αγγλικά τής τα είχε μάθει ο εργοδότης της, για να μπορεί να πουλάει στους ξένους τα εμπορεύματα που κουβαλούσε. Το χρέος για το οποίο η Αίσιε θα δούλευε για περίπου δεκαπέντε χρόνια ακόμη είναι 276, 54 ευρώ. Η εβδομαδιαία αμοιβή της είναι 3 λεπτά.

 

Υπάρχει ζωτική ανάγκη να αναθεωρήσουμε πλέον τις απόψεις μας. Τόσο ως γονείς όσο και ως κοινωνία είναι απαραίτητο να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε περισσότερο ως πολίτες του κόσμου, παρά ως το επίκεντρο του κόσμου. Ίσως είναι μια καλή στιγμή να πάρουμε τα παιδιά μας από το χέρι και να τους δείξουμε πως το χρήμα δεν είναι δείκτης μέτρησης της ανθρώπινης ευτυχίας. Ίσως είναι μια καλή στιγμή να μάθουμε στα παιδιά μας να υπολογίζουν διαφορετικά τα χρήματα. Αντί να νιώθουμε υπόλογοι, γιατί δεν δίνουμε πια όλα τα επιπλέον που δίναμε μέχρι πρόσφατα, να νιώθουμε ευγνωμοσύνη για όλα όσα μπορούμε να παρέχουμε. Η διαπίστωση αυτή δεν εμπεριέχει μιζέρια ή κακομοιριά. Εμπεριέχει μια βαθύτερη γνώση ότι σε αυτό τον πλανήτη όλοι είμαστε συνδεδεμένοι.

 

Μπορούμε, χωρίς να φτάσουμε στο άλλο άκρο που είναι το να φορτώνουμε τα παιδιά μας με ενοχές γιατί «έχουν», ενώ κάποια άλλα «πεινάνε», να διδάξουμε στα παιδιά μας με τρόπο έμπρακτο πως η ψυχική μας ισορροπία και η συναισθηματική μας ανάπτυξη δεν εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από τις μηνιαίες μας αποδοχές. Μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά μας με ειλικρίνεια, χωρίς καταστροφολογίες αλλά και χωρίς ωραιοποιήσεις της πραγματικότητας. Μπορούμε, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα ανάλογη της ηλικίας τους, να τους πούμε ότι δεν κερδίζουμε τα ίδια χρήματα με πριν, αλλά είμαστε οι ίδιοι γονείς με πριν. Να τα βοηθήσουμε να νιώσουν ασφάλεια, με το να γνωρίζουν ότι τα αγαπάμε το ίδιο πολύ και είμαστε δίπλα τους. Να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να αντιληφθούν πως δεν είμαστε μόνοι σε αυτό που συμβαίνει, αλλά μαζί με πολύ κόσμο που βιώνει παρόμοιες καταστάσεις. Την «κρίση» την περνάμε ούτως ή άλλως. Η επιλογή μας έγκειται στον τρόπο που την νιώθουμε. Η μία επιλογή είναι η θυμός και η θλίψη. Η δεύτερη επιλογή είναι το ρεαλιστικό χαμόγελο. Το χιούμορ και το πάρτι με πέντε παιδάκια στο σπίτι μας. Η συζήτηση με τα παιδιά μας και η αλληλεγγύη. Η διαρκής υπενθύμιση στον εαυτό μας κα σε αυτούς που αγαπάμε ότι είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από τους τραπεζικούς μας λογαριασμούς. Είμαστε ήδη πλούσιοι γιατί έχουμε παιδιά, φίλους, εμπειρίες μας και θα βρούμε λύσεις και για τα υπόλοιπα. Είμαστε άνθρωποι, γεμάτοι όνειρα και επιθυμίες και συναισθήματα και είμαστε ικανοί για τα καλύτερα!

 

Φανταστείτε για λίγο τι καινούργια παιδιά μπορούμε να μεγαλώσουμε έτσι! Καλό Σαββατοκύριακο!

Κ.Δ.

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

 

Η Α΄ Δημοτικού ξεκίνησε με χαρά και πολλή συγκίνηση. Αγιασμός, οι πρώτες μέρες… Όλα αυτά τα τόσο συνηθισμένα για πολλές γενιές παιδιών στον κόσμο, μα και τόσο ξεχωριστά όταν πρόκειται για την πρώτη φορά, που το δικό σου παιδί αρχίζει σχολείο. Η μελέτη στο σπίτι, οι εξωσχολικές δραστηριότητες και η καθημερινότητα, είναι τα νέα δεδομένα στα οποία ολόκληρη η οικογένεια καλείται να προσαρμοστεί.

Όμως γρήγορα φάνηκε πως μαζί με την πόρτα του Δημοτικού σχολείου άνοιξε και ένα ιδιότυπο κουτί της Πανδώρας: δυσλεξία, διάσπαση προσοχής, μαθησιακές δυσκολίες, υπερκινητικότητα… άγνωστες έως τώρα λέξεις που ξαφνικά εισβάλλουν στο καθημερινό λεξιλόγιό μας γιατί αφορούν είτε το δικό μας παιδί, είτε τον ζωηρό συμμαθητή του παιδιού μας στην τάξη, είτε τον καλύτερό του φίλο. Μια στρατιά ειδικών, ψυχολόγων, κέντρων, εξειδικευμένων εκπαιδευτικών και μαζί καμιά εκατοστή βιβλία συμπληρώνουν την εικόνα. Ομολογώ πως, ενώ είχα ακούσει για όλα τα παραπάνω και παλαιότερα, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο έντονα απασχολούν από την αρχή κιόλας παιδιά, γονείς και δασκάλους και πόσο συχνά είναι ακόμα και μέσα σε μια τάξη με 27 μαθητές.

Τα παιδιά με μαθησιακές ιδιαιτερότητες  αντιμετωπίζονται με σαφώς καλύτερο τρόπο από ό,τι παλαιότερα χάρη στην ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των σύγχρονων εκπαιδευτικών. Κι αυτό είναι τεράστια πρόοδος… Νιώθω όμως ότι γενικά ως κοινωνία χρειάζεται να επεκτείνουμε αρκετά τα όρια του «φυσιολογικού». Γιατί ένα αγόρι έξι ετών, το οποίο μέχρι πριν τρεις μήνες τσαλαβουτούσε στη θάλασσα, τιμωρείται επειδή δεν μπορεί να καθίσει σ’ ένα θρανίο, χωρίς να κινείται και χωρίς να μιλά στο διπλανό του»; Με ποια λογική το εκπαιδευτικό σύστημα βιάζεται να βάλει ταμπέλες στα παιδιά και να αποφασίσει αμέσως ποιος μπορεί ή όχι να ακολουθήσει το ρυθμό της τάξης; Το ίδιο αγόρι που δυσκολεύτηκε να καθίσει ήσυχο στο θρανίο του για δύο ώρες, κάθισε την επόμενη ημέρα ακίνητο για δυόμισυ ώρες, στη διάρκεια προβολής ενός εκπαιδευτικού βίντεο.

Σε όλα τα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και την προσμονή όλων των γονέων να έχουν «παιδιά με καλούς βαθμούς», για να εικάσουμε το αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι ένα παιδί μαθαίνει με διαφορετικό τρόπο και ρυθμό σε σχέση με τα περισσότερα παιδιά που γνωρίζουμε δεν σημαίνει ότι υστερεί σε ταλέντα και δυνατότητες. Το γεγονός ότι ένα παιδί δεν έχει τον μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη, γιατί δυσκολεύεται με τους  ορθογραφικούς κανόνες, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι ένας από αυτούς που θα αλλάξουν τον κόσμο. Απεναντίας  αυτά τα παιδιά μπορούν να γίνουν η ελπίδα μας. Γιατί θα μας αναγκάσουν να τα ακούσουμε, να τα βοηθήσουμε να ανακαλύψουν τα ταλέντα τους και τελικά να τα ακολουθήσουμε σε καινούργιους τρόπους σκέψης.

Τελικά το ερώτημα αφορά μάλλον εμάς τους γονείς παρά τα παιδιά. Θέλουμε να μεγαλώσουμε μια ακόμη πανομοιότυπη γενιά ανθρώπων, η οποία στην πλειοψηφία της θα κάνει μια δουλειά απλώς για να ζήσει, χωρίς να αντλεί ευχαρίστηση από αυτή, ακριβώς όπως και εμείς; Ή μήπως προτιμάμε να αναθρέψουμε σκεπτόμενα παιδιά, τα οποία ανεξάρτητα από την όποια μαθησιακή ευκολία ή δυσκολία συναντήσουν, εκείνα θα βρουν το δρόμο τους;

Ας δοκιμάσουμε να διευρύνουμε τα όρια της αποδοχής μας και τότε ίσως τα αποτελέσματα μάς καταπλήξουν.

Κ.Δ.

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

 

Υπάρχει μια παλιά ινδιάνικη παροιμία που λέει ότι «χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό, για να μεγαλώσει ένα παιδί».

Αυτό φυσικά μέχρι πριν κάποια χρόνια, συνέβαινε και στην Ελλάδα, όπου τα παιδιά από τη στιγμή της γέννησής τους μεγάλωναν στη ρούγα, με νανουρίσματα όχι μόνο από τη μάνα, αλλά και από τη γιαγιά, τη θεία και από τη γειτονιά ολόκληρη. Αργότερα πάλι, όταν πια περπατούσαν μόνα τους, παίζανε έξω και όλοι πρόσεχαν τα παιδιά όλων, όλοι φιλεύανε όχι μόνο τα δικά τους μα και τα παιδιά του γείτονα ή τα ξαδέρφια κλπ. Αυτός ο φυσικός σύνδεσμος που ανέπτυσσαν με πολλούς ανθρώπους, είχε πολλαπλά οφέλη, μια και ουσιαστικά τα παιδιά μεγάλωναν, γνωρίζοντας από την αρχή πως εκτός από μέλη της βιολογικής τους οικογένειας , ήταν και μέλη του κοινωνικού συνόλου.

Ακόμα και εγώ στα μέσα της δεκαετίας του ’80, θεωρούσα φυσικό να χτυπήσω στη γειτόνισσα, εάν κάποια φορά η μαμά μου δεν είχε προλάβει να γυρίσει την ώρα που επέστρεφα από το σχολείο. Με την ίδια φυσικότητα θα έτρωγα και από το δικό της φαγητό, εάν ήξερα ότι η μαμά μου είχε ετοιμάσει φακές. Παρά το γεγονός ότι μέναμε στην Αθήνα και οι γονείς μας γνώριζαν ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει και μας είχανε ταράξει με τις γνωστές ιστορίες για τον «ξένο, τις καραμέλες, το άγνωστο αυτοκίνητο» και άλλα, που τώρα μου φαντάζουν αθώα, υπήρχε περισσότερη εμπιστοσύνη. Αλήθεια σήμερα, πόσοι από εμάς μπορούμε να λειτουργήσουμε έτσι; Πόσοι νιώθουμε ότι τα παιδιά όλου του κόσμου είναι και δικά μας;

Μια φίλη μου διηγήθηκε τις προάλλες πως ενώ ήταν με το γιο της στο σούπερ μάρκετ, ο μικρός γλίστρησε, χτύπησε και άρχισε να τρέχει πολύ αίμα από τη μύτη του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι δεν διέκοψε κανείς τα ψώνια του ή τη δουλειά του για να τη βοηθήσει. Τυχαίο γεγονός ίσως… Μπορεί. Το γεγονός όμως πως τα παιδιά μας σήμερα μεγαλώνουν στα αυστηρά όρια της πυρηνικής οικογένειας έχει διαφοροποιήσει εντελώς τα πράγματα. Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία δεν είχε εξυμνηθεί τόσο ο ατομικισμός και η ανεξαρτησία, όσο τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η υπερπροσπάθεια όλων μας για αυτονομία, δεν είναι δυνατόν να άφησε ανεπηρέαστη και την ανατροφή των παιδιών μας.

Τώρα, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης είναι ίσως και μια καλή ευκαιρία για αναθεώρηση ορισμένων αντιλήψεών μας. Ίσως είναι ώρα να αρχίσουμε να μοιραζόμαστε με άλλες μαμάδες τα δρομολόγια των παιδιών μας στις εξωσχολικές δραστηριότητες ή τη φύλαξή τους ένα Σαββατόβραδο. Βάλαμε τις νταντάδες και τους ολοήμερους παιδικούς σταθμούς να καλύψουν όλους τους βοηθητικούς ρόλους. Χρειάζονται, σίγουρα. Αλλά μόνο αυτή είναι η λύση; Ειδικά οι εργαζόμενες μητέρες , οι οποίες εξ ορισμού έχουν μεγαλύτερο βάρος, είναι πια ανάγκη να αλληλοβοηθιούνται. Γιατί έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε «υποχρέωση» αν κάποια φίλη μας κρατήσει ένα απόγευμα τα παιδιά, για να πάμε επιτέλους να κάνουμε εκείνο το ραντεβού στο γυναικολόγο που σχεδιάζουμε ένα χρόνο τώρα; Αφού και εμείς θα κάνουμε το ίδιο σε αντίστοιχη περίπτωση. Πότε ακριβώς η αλληλεγγύη, η χαρά του μοιράσματος και το απογευματινό παιχνίδι με τα παιδιά της γειτονιάς εξαφανίστηκαν; Τρέχουμε πανικόβλητοι να τα προλάβουμε όλα, έχοντας αποκλείσει γιαγιάδες και παππούδες διότι «ανακατεύονται» και όλους τους υπόλοιπους, γιατί «δεν θέλουμε υποχρέωση», και είμαστε εκατομμύρια μοναχικές οικογένειες σε τεράστιες πόλεις. Σαφέστατα και υπάρχουν περιπτώσεις γιαγιάδων και παππούδων που δεν είναι καλή επιρροή για τα παιδιά μας, και σαφώς δεν θα παρατάμε τα παιδιά μας στο γείτονα κάθε απόγευμα.

Απλώς, αν ανοίξουμε λίγο περισσότερο τα σπίτια και τις καρδιές μας, θα ανακαλύψουμε ότι τελικά είναι ωραίο να νιώθεις πως και άλλοι άνθρωποι έχουν τις ίδιες αγωνίες και δυσκολίες. Πως είναι όμορφο να μοιράζεσαι τις αγγαρείες και τις χαρές. Ίσως και οι πιο παλιοί να μην είχανε σε όλα άδικο. «Μοιρασμένη η λύπη γίνεται μισή – και μοιρασμένη η χαρά είναι διπλή», έλεγε η γιαγιά μου και νομίζω πως κάτι ήξερε.

Κ.Δ.

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

 


Ποια είναι τελικά η «πετυχημένη μαμά»; Είναι εκείνη που εργάζεται και προσφέρει ισότιμα στην οικογένεια ή μήπως εκείνη που αφοσιώνεται πλήρως στην ανατροφή των παιδιών της – τουλάχιστον όσο αυτά είναι πολύ μικρά; Είναι η μαμά που αφήνει ελευθερία και επιλογές ή εκείνη που λαμβάνει τις αποφάσεις προσφέροντας ένα σταθερό περιβάλλον ασφάλειας; Τα διλήμματα είναι ατελείωτα, μα η αιτιολογία είναι σαφής. Μια καφετιέρα αγοράζεις και έχει τριάντα σελίδες εγχειρίδιο χρήσης, ενώ τα παιδιά έρχονται στον κόσμο χωρίς οι γονείς να έχουν την παραμικρή ιδέα στην πραγματικότητα τι να κάνουν.

Καλείσαι καθημερινά –ειδικά ως μητέρα- να λάβεις δεκάδες αποφάσεις που αφορούν τη σωματική και ψυχική τους υγεία. Από τη διατροφή ως την εκπαίδευση και από τα όρια ως τις συμπεριφορές ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Προσωπικά κάνω το σταυρό μου και εύχομαι ο φύλακας άγγελος και το ένστικτό μου να με οδηγούν σωστά κάθε φορά που καλούμαι να αποφασίσω για την κόρη ή το γιο μου. Το μόνο για το οποίο νιώθω πια σίγουρη, είναι πως η «πετυχημένη μαμά», είναι στην ουσία ένας ισορροπημένος άνθρωπος.

Για αυτό και είναι διαφορετική κάθε περίπτωση. Η φίλη μου η Γ. δουλεύει στο Άμστερνταμ, σε πολύ μεγάλη θέση και απέκτησε πρόσφατα δίδυμα κοριτσάκια. Επέστρεψε στη δουλειά της , μετά την άδεια και παρά το ζορισμένο της πρόγραμμα, επέστρεψε και στη Νομική Σχολή γιατί θέλει να την ολοκληρώσει. Πότε προλαβαίνει θα μου πείτε… ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που χρειάζονται ελάχιστες ώρες ύπνου! Η Γ. είναι για εμένα μια πετυχημένη μαμά. Γιατί είναι ένας άνθρωπος που δεν διστάζει να παίξει στο παιχνίδι της ζωής, να τολμήσει και να διδάξει στις κόρες της ότι η μητρότητα δεν είναι τροχοπέδη , αλλά πηγή έμπνευσης. Η Μ. που ήταν χρόνια διευθύντρια σε διαφημιστική εταιρεία, παραιτήθηκε και αφοσιώθηκε στη νεογέννητη κόρη της. Η Μ. είναι επίσης μια πετυχημένη μαμά, γιατί δεν δίστασε να αφήσει μια στρωμένη καριέρα, για να ανακαλύψει πτυχές της προσωπικότητας της που ήρθαν στην επιφάνεια μετά τη γέννηση του παιδιού της.

Πετυχημένη μαμά είναι εκείνη που φροντίζει να αφουγκράζεται πρώτα τις δικές της ψυχικές ανάγκες, εκείνη που καθημερινά γιατρεύει το παιδί μέσα της και γίνεται πρώτα από όλα καλύτερη μαμά του εαυτού της. Όσο πιο αρμονική είναι η σχέση με τον εαυτό μας, τόσο βελτιώνονται και οι σχέσεις με τα παιδιά, τα οποία είναι εξ ορισμού και οι ισχυρότεροι καθρέπτες μας. Προσωπικά διαπιστώνω σε καθημερινή βάση, πως όταν διανύω μια δημιουργική φάση στη ζωή μου -άσχετα εάν αλλάζω δουλειά ή παρακολουθώ σεμινάρια μαγειρικής (!) – τα παιδιά μου είναι περισσότερο συνεργάσιμα και χαρούμενα. Όταν αντίθετα βιώνω δύσκολες καταστάσεις, τα παιδιά μου ως συγκοινωνούντα δοχεία συμπεριφέρονται αντίστοιχα. Εξάλλου η σοφότερη συμβουλή που άκουσα ποτέ είναι πως « τα παιδιά δεν κάνουν ό,τι τους λες, κάνουν όμως ό,τι κάνεις». Το motherbook, με πολύ αγάπη και χιούμορ θα μοιράζεται με εσάς ιστορίες, απορίες και εμπειρίες. Καλώς ήρθατε!

Κ.Δ.

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

 

Φανταστικοί ήρωες και νεράιδες, γοργόνες και ζώα που μιλάνε, μάγοι και βασιλιάδες, πριγκιποπούλες και ξωτικά, μονόκεροι και δράκοι… Ο μαγικός κόσμος της παιδικής λογοτεχνίας προσφέρει χιλιάδες παιδικά αναγνώσματα για κάθε ηλικία. Αλήθεια όμως με ποιο κριτήριο επιλέγουμε τα βιβλία που χαρίζουμε στα παιδιά μας;

 

Προσωπικά έχω απορρίψει εδώ και χρόνια τα «κλασσικά παραμύθια». Αδυνατώ να κατανοήσω για ποιο λόγο θα πρέπει να διαβάσω στα παιδιά μου ιστορίες – θρίλερ με λύκους που τρώνε ζωντανές γιαγιάδες, μάγισσες που μαγειρεύουν παιδιά, γίγαντες που κλέβουνε αγόρια για να τα φάνε και άλλους «χαριτωμένους» ήρωες. Επιπλέον αυτές τις ανατριχιαστικές ιστορίες θα τους τις διαβάζω το βράδυ, ακριβώς πριν πέσουν για ύπνο, όπου αποδεδειγμένα ο εγκέφαλος εκπέμπει σε συχνότητες που τα παιδιά απορροφούν πλήρως κάθε πληροφορία!

 

Αφού έγινα μητέρα ωστόσο, άρχισα να επανεξετάζω και τις ιστορίες με τους σούπερ ήρωες καθώς και τους χαρακτήρες από τα παιδικά κόμικς. Για την πρώτη κατηγορία άρχισα να έχω ενστάσεις όταν κατάλαβα ότι δεν βοηθάω ιδιαίτερα τα παιδιά μου όταν τους διαβάζω για χαρακτήρες που λύνουν τα θέματά τους με υπερφυσικές δυνάμεις. Αν ήταν να σηκώνω και εγώ το δεξί μου χέρι ψηλά και να απογειώνομαι το πρωί για να πάω στη δουλειά, δεν θα είχα καμία αντίρρηση. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, ίσως να μην είναι και πολύ χρήσιμο να δείχνουμε στα παιδιά μας ότι τα θέματά μας λύνονται ως δια μαγείας ή από διάφορους από μηχανής θεούς.

 

Με τους ήρωες των κόμικς και των κλασσικών παιδικών σειρών συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν δεδομένα στερεότυπα, τα οποία επαναλαμβάνονται διαρκώς και πλέον είναι ξεπερασμένα. Οι αρσενικοί χαρακτήρες ( Μίκυ, Ντόναλντ, Λούκυ Λουκ, Ποπάυ κ.α) είναι σχεδόν όλοι εργένηδες και ιδιόρρυθμοι τύποι, ενώ οι θηλυκοί χαρακτήρες (Νταίζη, Όλιβ, Μίνι) παρουσιάζονται συνήθως ως αιώνιες αρραβωνιαστικιές, βαρετές νοικοκυρές ή επίδοξες σύζυγοι. Οι δε μορφωμένοι, οι «επιστήμονες» στα καρτούν είναι σχεδόν πάντα αντιπαθής, εκκεντρικοί τύποι, οι οποίοι δουλεύουν νύχτα στο εργαστήριο τους για να βρουν καταστροφικές φόρμουλες. Τα σύγχρονα παιδικά κόμικς είναι ακόμη χειρότερα, διότι όλες οι υπερφυσικές δυνάμεις των ηρώων συνοδεύονται από ένα σκοτεινό ύφος, μια νοσηρή ατμόσφαιρα  και την έννοια του «κακού» να πλανάται σαν σκιά συνεχώς κατά τη διάρκεια της ιστορίας.

 

Αλήθεια πόσο κοντά στην σύγχρονη πραγματικότητα είναι όλα αυτά; Σε μια πραγματικότητα όπου τα θέματά μας δεν λύνονται με μαγικά φίλτρα, ξόρκια από ξεμαλλιασμένες μάγισσες και πανοπλίες που μας κάνουν άτρωτους. Σε μια πραγματικότητα όπου το ζητούμενο είναι η αρμονική συνύπαρξη και η ουσιαστική ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα. Σε μια κοινωνία στην οποία έχουμε ανάγκη να γαλουχήσουμε νέες γενιές παιδιών με ιδανικά την μόρφωση, την ευγένεια, την ισοτιμία, την ανεξαρτησία, την συγκρότηση. Τι ακριβώς μηνύματα περνάμε μέσα από ιστορίες ρηχές και χωρίς βαθύτερους συμβολισμούς;

 

Σαφώς υπάρχουν και εξαιρέσεις, με ήρωες κόμικς όπως ο Αστερίξ και παραμύθια σαν «Τα καινούργια ρούχα του βασιλιά» ή παραμύθια από τη λαϊκή μας παράδοση. Το πιο θετικό ωστόσο είναι, ότι πια στις μέρες μας υπάρχουν υπέροχα παιδικά βιβλία και εξαιρετικοί συγγραφείς. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αφιερώσουμε λίγο παραπάνω χρόνο στην επιλογή αυτών που αγοράζουμε. Ίσως την επόμενη φορά θα άξιζε να μην μείνουμε στις προτάσεις της πωλήτριας, αλλά να καθίσουμε μαζί με τα πιτσιρίκια μας και να ξεφυλλίσουμε ήσυχα τις επιλογές που μας προσφέρονται.

 

Φυσικά και είναι υπέροχα τα θαλάσσια παλάτια, οι μαγικές δυνάμεις, τα μυστικά ξόρκια, οι πειρατές και οι βασίλισσες. Πόσο πιο υπέροχα όμως είναι όταν υπάρχει και ένα κρυμμένο νόημα πίσω από όλα αυτά, το οποίο αποκαλύπτεται και μετατρέπει την απλή διασκέδαση σε ουσιαστική ψυχαγωγία. Η απόλαυση εξάλλου που προσφέρει η αληθινή ψυχαγωγία είναι πολύ πιο διαρκής και βαθιά από ό,τι η εφήμερη διασκέδαση. Στην εποχή μας, όπου οι ταχύτητες είναι πια τεράστιες, αυτό λειτουργεί σαν ένα υγιές αντίβαρο.

 

Θυμάμαι ακόμα την ψυχαγωγία μου ένιωθα, διαβάζοντας την «Πολυάννα», τους «3 σωματοφύλακες», τον «Τωμ Σόγιερ», τις «Μικρές Κυρίες», τον «Ροβινσώνα Κρούσσο», το «Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες», το «Παραμύθι δίχως τέλος», τον «Μάγκα», τον «Τρελλαντώνη», τα «Μυστικά του βάλτου», τον «Βασιλιά Αρθούρο», τις «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» και τόσα άλλα αριστουργήματα.

 

Νιώθω και τώρα την ίδια χαρά διαβάζοντας τον «μάγειρα του μαγεμένου τσίρκου» ή τους «πειρατές της καμινάδας» του Τριβιζά, το «αόρατο στέμμα της σοφίας» του Μαστακούρη,  τις «περιπέτειες του μικρού Νικόλα» ή ελληνική μυθολογία.

 

Και οι φανταστικές ιστορίες και τα αστεία κόμικς και τα παραμύθια είναι υπέροχα! Μας μαγεύουν, μας ταξιδεύουν, μας διδάσκουν και μας κάνουν να νιώθουμε και εμείς μέρος ενός φανταστικού κόσμου. Μια και είναι όμως η πνευματική τροφή των παιδιών μας, είναι καλό να τα επιλέγουμε με την ίδια προσοχή που επιλέγουμε την φυσική τους τροφή. Ας πούμε «ναι» στα παραμύθια και «όχι» στα παραμυθιάσματα!

 

Καλή δημιουργική εβδομάδα σε όλους!

Κ.Δ

Γράφει η Κατερίνα Δημητρακοπούλου

 

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τις δακρύβρεχτες ιστορίες. Υπήρξα πάντοτε «αντράκι» και για αυτό ξαφνιάζομαι τόσο από το γεγονός ότι από όταν έγινα μητέρα, η βασική αλλαγή που βιώνω είναι η αφύπνιση της ευαισθησίας μου.

 

 

Λες και η γέννηση των παιδιών μου έδιωξε μακριά τον κυνισμό της εφηβείας μου και άνοιξε ξανά τους αισθητήρες της παιδικής μου ηλικίας, τότε που νοιαζόμουν πραγματικά για όλο τον κόσμο γύρω μου. Για το αν πέτυχε η αδερφή μου στις εξετάσεις, για το γατί της γειτονιάς που ίσως κρύωνε, για όλα γύρω μου.

Η ιστορία αυτού του υπέροχου τύπου στο video, με έβαλε να σκεφτώ το πόσο τελικά αποδεχόμαστε, υποστηρίζουμε και αγαπάμε τα παιδιά μας όπως ακριβώς είναι. Πόσο μπορούμε πραγματικά να δούμε ότι τα παιδιά μας είναι απλώς υπέροχα όπως ακριβώς είναι. Υπάρχουν τόσοι έφηβοι με προβλήματα συμπεριφοράς, πιτσιρίκες με διαταραχές όρεξης, παιδιά μικρότερα ή μεγαλύτερα σε ηλικία με χαμηλή αυτοπεποίθηση, παιδιά με θέματα προσαρμογής στο σχολείο και είναι πραγματικά λυπηρό. Η πρώτη νομίζω ευθύνη που έχουμε ως γονείς είναι να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας, να τα διδάξουμε πως δεν έχουν τίποτα να ζηλεύουν από άλλους ανθρώπους, πως η ομορφιά κρύβεται συχνά στη διαφορετικότητα και πως τα αγαπάμε με όλα τα ταλέντα και τις αδυναμίες που έχουν.

 Η κριτική, η πίεση, οι συνεχόμενες υποδείξεις που συνεχώς ασκούμε στα παιδιά μας από όταν συνήθως μπαίνουν στη σχολική ηλικία τελικά συμβάλλουν στην πρόοδό τους; Σαφώς και δεν υπονοώ ότι είναι καλό να επιβραβεύουμε συνεχώς και χωρίς λόγο τα παιδιά μας, ή να τα αφήνουμε να κάνουν άκριτα ό,τι εκείνα θέλουν. Μπορώ να σας πω με κάθε ειλικρίνεια ότι τουλάχιστον τα δικά μου πιτσιρίκια θα επέλεγαν να βλέπουν παιδικά στην τηλεόραση, να τρώνε μόνο σοκολάτες και να πετούν παντού πράγματα! Αυτό που σκεφτόμουν βλέποντας αυτή την ιστορία, είναι ότι ένας ρόλος μας ως γονείς είναι να τα βοηθήσουμε να αναγνωρίσουν τις πιθανές αδυναμίες τους, να τις αποδεχτούν και από εκεί και πέρα αν είναι κάτι που ενοχλεί τα ίδια να τα βοηθήσουμε να αλλάξουν. Είναι σημαντικό να τα μάθουμε ότι η υπομονή και η επιμονή είναι δύσκολη καμιά φορά, αλλά έχει αποτέλεσμα. Και πως η αξία ενός προσωπικού επιτεύγματος αξίζει χίλιες φορές παραπάνω από ο,τιδήποτε τους χαριστεί.

Είναι τόσο σημαντικό να καταλάβουν τα παιδιά μας ότι στη ζωή μας τα πιθανά μας μειονεκτήματα μπορούν να λειτουργήσουν και ως δύναμη προς όφελός μας. Είναι τόσο σημαντικό να καταλάβουν ότι είναι μοναδικά και αναντικατάστατα και χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν τη ζωή τους και το χρόνο που τους δίνεται δημιουργικά.

Μακάρι να καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τους δικούς μας φόβους και να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα δοκιμάσουν ένα ριψοκίνδυνο άθλημα, θα πάνε στην άλλη άκρη του κόσμου για σπουδές ή ό,τι άλλο. Μακάρι τα παιδιά μας να ξέρουν ότι αν αποτύχουν, θα είμαστε εκεί να τα αγκαλιάσουμε, χωρίς να τα κριτικάρουμε. Να ξέρουν ότι τα σεβόμαστε και θαυμάζουμε τη δύναμη που κρύβεται μέσα σε ένα παιδί που μέρα με τη μέρα γίνεται ένας ξεχωριστός άνθρωπος με δικές του προτιμήσεις, ταλέντα, αδυναμίες, φόβους, επιλογές.

Να ξέρουν ότι ευγνωμονούμε το Θεό που γεννήθηκαν και πως είναι οι δάσκαλοι μας για να γίνουμε και εμείς καλύτεροι μέσα από το μεγάλωμά τους.

Εκτός από ορθογραφία, υπολογιστές, ξένες γλώσσες ή αθλήματα ας τα μάθουμε και το παρακάτω…

“Be thankful, dream big, never give up.”

Να ευγνωμονείς, να ονειρεύεσαι μεγάλα πράγματα, να μην τα παρατάς ποτέ.

Καλή εβδομάδα σε όλους!

Κ.Δ.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ INSTAGRAM

PARENTBOOK.GR

Μια μοντέρνα οικογένεια βάφει τα στερεότυπα με το χρώμα που της ταιριάζει. 

Το parentbook.gr είναι μια ιστοσελίδα για όλες τις οικογένειες. Εκείνες που έχουν παιδί, εκείνες που βιώνουν εγκυμοσύνη, δεν έχουν παντρευτεί, εκείνες που δεν θα παντρευτούν ποτέ. Γονείς, singles, κατοικίδια, όλοι μια παρέα εδώ, επιλέγουμε το χρώμα που μας ταιριάζει…

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει για εσάς την καλύτερη εμπειρία. More details…